Pages

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΤΟ THEATER.VIEW ΣΤΑ "ΚΥΜΑΤΑ" ΤΗΣ ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ


Η αφηγηματικά γνώριμη φόρμα που βάζει το λόγο του συγγραφέα στο επίκεντρο, οι αναφορές σε τρίτο πρόσωπο, η σιωπή ως εργαλείο  ενίσχυσης της δραματικής έντασης. Όλα τους στοιχεία γνώριμα που συνοδεύουν τις παραστάσεις του Δημήτρη Καρατζά, χαρακτηριστικά μιας λιτής σκηνοθεσίας που διευρύνει το πεδίο των συμβολισμών και επιτρέπει στο νου να συνθέσει νοερές εικόνες και να ανακαλέσει ψυχικά τοπία. Όμως αυτή την φορά ο λόγος αφήνεται περισσότερο στην μελωδία των συναισθημάτων,  και ντύνεται από τις γεμάτες πάθος ερμηνείες των ηθοποιών που πάσχουν και πασχίζουν επί σκηνής πλημμυρίζοντας με συγκίνηση το κοινό, το οποίο αποθέωσε τους συντελεστές στην πρεμιέρα της παράστασης "Κύματα" της Βιρτζίνια Γουλφ που πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου, στο Θέατρο Σφενδόνη. 

OI "ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ" ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ ΣΤΟ BIOS ΚΑΙ ΤΟ THEATER.VIEW ΗΤΑΝ ΕΚΕΊ...


Μισοβουλιαγμένη γύρω εκεί στην 5η δεκαετία της ζωής της, η Γουίννυ της Σύλβιας Λιούλιου, που επέστρεψε από την Παρασκευή 03/02 στην σκηνή του Bios, απευθύνεται στο κοινό από τα υψίπεδα της γνώσης, χτισμένη μέσα σε ένα τοίχο χρήσιμων και άχρηστων πληροφοριών και απ' τα χείλη της Όλιας Λαζαρίδου αρθρώνει έναν λόγο καθαρό σαν ανέφελο ουρανό, σαν αιώνια λιακάδα, μα και βαθιά ριζωμένο σε ότι μας κρατά όρθιους - έναν λόγο γεμάτο ζωντάνια και εσωτερική ένταση που δεν διστάζει να χαμογελά ακόμα και κάτω από τον πιο καυτό ήλιο και να σιγοψιθυρίζει μπροστά στο σκοτάδι που παραφυλά και στην εκκωφαντική σιωπή που απειλεί να την τυλίξει, τον σκοπό που την ενώνει με τις πιο ευτυχισμένες της μέρες...

ΒΑΛΣ ΣΤΗΝ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ...




Αργά το βράδυ η Ευρώπη χορεύει βαλς με την ιστορία ανθρώπων και λαών, με βήμα άλλοτε αργό και άλλοτε γρήγορο, όπως ο χρόνος που άλλοτε τρέχει και άλλοτε μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ. Η ομάδα που ανέτρεψε τα δεδομένα στην θεατρική αφήγηση δημιουργώντας μια δική της γλώσσα γεμάτη λυρισμό, εικόνες και κίνηση επιστρέφει με την νέα της δουλειά “Late at Night” στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Μουσική και χορός συνεχίζουν ατέρμονα, μέσα και γύρω από τα πρόσωπα και τα γεγονότα της νέας δουλειάς των Blitz, χτυπώντας ρυθμικά την πόρτα μιας εποχής που φτάνει στο τέλος της, σαν άλλος τσεχωφικός Βυσσινόκηπος και στήνοντας συμβολικά οδοφράγματα στην μνήμη και στην λήθη. Τα μικρά όνειρα, οι ελπίδες, οι αγάπες οι προσδοκίες του Γιώργου, του Χρήστου, της Αγγελικής, της Σοφίας, του Φιντέλ μένουν μετέωρα, μπροστά σε μεγάλες επαναστάσεις, μέσα σε καταστροφικούς πολέμους, δίπλα σε ιδεολογικά αδιέξοδα, μετά από αιματηρές συγκρούσεις, όπως όλα όσα αγαπήσαμε αλλά δεν κατανοήσαμε αρκετά κι έτσι μείναμε μόνοι…

LΑΤΕ ΝIGHT : MIA NYXTA ΠΑΝΩ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΗΝ ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ

This is the winter of our lives!

Αμέσως μετά τις παραστάσεις στη Στέγη, το Late Night θα  περιοδεύσει σε γαλλικές πόλεις, αρχής γενομένης από το Μπορντώ (στο θέατρο La manufacture και στο πλαίσιο του φεστιβάλ Nov’Art).




Blitz theatre company: «Αποφασίσαμε ότι το έργο θα λεγόταν Late Night. Αργά τη νύχτα δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Καταλάβαμε ότι η πραγματικότητα είναι πιο μεγάλη απ’ τις ερμηνείες της. Είχαμε πάντα την αίσθηση ενός κόσμου σκόρπιου. Θέλαμε, μέσα από τις αφηγήσεις των προσώπων του έργου, να περιγράφεται το ταξίδι τους κατά μήκος της Ευρώπης, με τον πολιτικό χάρτη διαλυμένο, τις ιδεολογίες σε πλήρες αδιέξοδο και τα υποκείμενα σε ένα διαρκή αγώνα μεταξύ των επιθυμιών τους και της ιστορικής αναγκαιότητας, μεταξύ της ανάγκης τους να αγαπηθούν και της σύγχρονης σύγχυσης, μεταξύ της επιμονής της μνήμης και της ανάγκης να ξεχάσεις και να ξεχαστείς. Σκεφτόμασταν ότι τα όνειρά μας μπορεί να είναι υπερβολικά, μπορεί να είναι γελοία, μπορεί να είναι ανέφικτα, όμως αυτά είναι. Αργά τη νύχτα ζούσαμε χιλιάδες ζωές ταυτόχρονα, αλλά αισθανόμασταν ακινητοποιημένοι.

Το Τheaterview στην Πρεμιέρα της (Α)pollonias του Βαρλικόφσκι


Ενθουσίασε και προβλημάτισε χθες η (Α)πολλωνία του Κρυστόφ Βαρλικόφσκι που έκανε πρεμιέρα στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση.

Με το πρώτο γράμμα της σε παρένθεση να παραπέμπει στην προ συστάσεως του Πολωνικού κράτους εποχή, όπου τα κοριτσάκια βαφτίζονταν Απολλωνία για να ακούνε το Πολωνία, η παράσταση - σύνθεση κειμένων από την Ορέστεια, την Άλκηστη, τις Ευμενίδες του Τζόναθαν Λίτελ και την Ελίζαμπεθ Κοστέλο του Κούτσι, περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της οικογενειακής τραγωδίας, όπως την συναντάμε στον Οίκο των Ατρειδών, στην οικογένεια της Άλκστης και της Απολλωνίας Μαχτσύνκα , μιας Πολλωνής που έχασε την ζωή της κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο στην προσπάθειά της να σώσει 25 Πολλωνοεβραίους.
Χρησιμοποιώντας γνωστά αισθητικά μοτίβα , όπως αυτό ενός μη-χώρου από τζάμι που μεταμορφώνεται σταδιακά πότε σε σαλόνι και πότε σε τουαλέτα , όπως και στο "Ένα Λεωφορείο" που παρουσιάστηκε πέρσι στο Φεστιβάλ Αθηνών με πρωταγωνίστρια τη Ιζαμπέλ Υπέρ,  μια ροκ μπάντα με την Ρενάτε Τζέτ να μας άλλοτε να μας βουτά στην μελαγχολική δύναμη ενός ταγκό και να μας στροβιλίζει στα βήματα ενός παθιασμένου έρωτα που ζητά ακόμα μια Κυριακή με τον ή την αγαπημένο/ νη του μέσα από τους στίχους του (ερμηνευμένου από τον  Mieczysław Fogg) "Ostatnia niedziela", και άλλοτε να μας ξεσηκώνει από τα καθίσματά μας με τις ροκ ιαχές της, παράλληλες βιντεοπροβολές και  μικροφωνικές εγκαταστάσεις, ο Βαρλικόφκσι βάζει τους ήρωες του να στοχάζονται από σκηνής γύρω από την έννοια της θυσίας και  την ηθική του πολέμου, απευθύνοντας ρητορικές ερωτήσεις προς το κοινό και αφήνοντας τις απαντήσεις να αιωρούνται είτε σε μυθολογικούς συμβολισμούς είτε στο υποσυνείδητο μας.
Μιλώντας μέσα από τα λόγια ενός αξιωματικού των Ες-Ες- που ίσως παραπέμπει και στον Dr. Max Aue , τον ήρωα του Τζόναθαν Λίτελ στις Ευμενίδες, ο Αγαμέμνονας του Βαρλικόφσκι- σε έναν συγκλονιστικό και αληθινό μονόλογο- διαβάζει ανάποδα την ηθική του πολέμου και τις θηριωδίες των Ναζί, μπαίνοντας από την πλευρά του θήτη, του φονιά, του μαζικού εκτελεστή και δικαιώνοντας τον μέσα από την ηθική του πολέμου, ενός πολέμου που ακόμα και όταν τελειώσει, συνεχίζεται . " Αν δεν έχετε ζήσει σε εποχή  ή σε χώρα που είδατε την οικογένεια σας να σφαγιάζεται ή αναγκαστήκατε και εσείς να σκοτώσετε τον διπλανό σας, τότε πηγαίνετε σπίτι σας και κάντε τον σταυρό σας. Γιατί μετά από έναν πόλεμο κανείς δεν μπορεί να πει δεν θα σκοτώσω ποτέ , μονάχα ελπίζω να μην σκοτώσω. Δεν είσαστε καλύτεροι από εμένα μονάχα πιο τυχεροί (που δεν αναγκαστήκατε ακόμα να σκοτώσετε)", λέει ο αξιωματικός που λίγο αργότερα μοιάζει να παραλυρεί ξεκινώντας την φράση του με το "Θα ήθελα να ήμουν γυναίκα, γυμνή και ξαπλωμένη με τα πόδια ορθάνοιχτα" και συνεχίζοντας  με την συμβολή του προστάτη στην ανδρική ικανοποίηση κατά την σεξουαλική πράξη, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο θεός έδωσε στον άνδρα τον πόλεμο και τον προστάτη για να τον αποζημιώσει που δεν τον έκανε γυναίκα.
Η τραγωδία του οίκου των Ατρειδών που ξεκινά με την θυσία της Ιφιγένειας και τελειώνει με την μητροκτονία του Ορέστη, διατρέχει μεγάλο μέρος της παράστασης, βάζοντας αρχικά την Ιφιγένεια να παροτρύνει την μητέρα της να μην την θρηνήσει αφού θρήνος δεν υπάρχει εκεί όπου δεν υπάρχει τάφος, αργότερα τον Ορέστη να ντύνεται ποτε γυναίκα υπάλληλος από την Υπηρεσία Ψυχολογικής Υποστήριξης της Πρόνοιας για να ξεγελάσει την μητέρα του και να την δολοφονήσει, και πότε παρουσιαστής σε ψυχαγωγικό σόου μαζί με την μητέρα του, αποφασίζοντας στο τέλος να την κάψει κάνοντας διαρκείς αναφορές στο Οιδιπόδειο που υποβόσκει στην σχέση των δυο.
Από την άλλη πλευρά η όψη ενός ολόγυμνου γκέι Απόλλωνα- με τις λέξεις σεξ και αγαπη γραμμένες με μπλέ μπογιά στο στήθος του και στην πλάτη του το εβραϊκό αστέρι κρεμασμένο από μια κρεμάλα και το σύμβολο της ειρήνης - να παραπέμπει στο αρσενικό αντίστοιχο της Απολλωνίας, που προσπαθεί να τουμπάρει τον θάνατο για να μην πάρει την ζωή της Άλκηστης , προτάσσοντας τα ιδανικά της ειρήνης, της φιλίας και της αγάπης γίνεται αντίβαρο στην σκληρότητα που εμπεριέχει απόφαση κάποιου να απαρνηθεί την ζωή του, τον κόσμο, όσους αγαπά και τον αγαπούν για πάντα.
Εξαιρετικά αληθινή επίσης η στιχομυθία ενός σύγχρονου ζευγαριού - μοιάζει με σύγχρονη εκδοχή του Άδμητου και της Άλκηστης- με έναν δημοσιογράφο που τους θέτει ερωτήματα για την σχέση τους. Απαντήσεις ριζικά διαφορετικές προδίδουν τις αντιθέσεις αναμέσα τους , οι οποίες όμως φαίνεται να γεφυρώνονται τελικά στην σιωπή και των δυο μπροστά στο ερώτημα "Θα πέθαινες για εκείνον ή για εκείνη;"

Πόσο έγκλημα κρύβει μια θυσία; Πόση θυσία κρύβει ένα έγκλημα; Θυσιάζεται άραγε κάποιος που αναγκάζεται να σκοτώσει επιλέγοντας ένα δρόμο που δεν έχει γυρισμό για την συνείδησή του; Θυσιάζεται κάποιος που επιλέγει εκούσια να πεθάνει στερώντας όταν στερεί εκτός από την δική του ζωή και την ζωή του αγέννητου παιδιού του για να σώσει ένα άλλο παιδί, όπως στην περίπτωση της εγγύου Απολλωνίας που τελικώς θυσιάζει την δική της ζωή και την ζωή του παιδιού της για να σωσεί ένα άλλο παιδακι;
Θυσία και φόνος μοιάζουν με δυο όψεις του ίδιου νομίσματος που αμφισβητεί και αποδομεί την έννοια  και την ηθική και των δυο πράξεων φτάνοντας στα όρια ίσως του κυνισμού, προκαλώντας συχνά ηθικές ενστάσεις και επιφυλάξεις και αφήνονας χώρο για να επαναπροσδιορίσει την σχέση μεταξύ τους  και να διαμορφώσει την δική του άποψη γύρω από τα κίνητρα και τις συνέπειες τους. Φέρνοντας στο μυαλό μας κάτι από τις φράσεις "αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα" , "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα", "μην κρίνεις για να μην κριθείς" ή "αναμάρτητος πρώτος το λίθον βαλέτο..." ο Βαρλικόσφκσι μοιάζει να εξαγνίζει την ηθική της αμαρτίας και σπιλώνει την ιερότητα της αυταπάρνησης συνθέτοντας ένα εμπριστικό κείμενο με λεκτικές ακρότητας και σκηνικές υπερβολές που σε ξαφνιάζουν άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε δυσάρεστα κρατώντας όμως διαρκώς ανοιχτή την πόρτα προς ένα κόσμο όπου τίποτα από όσα καθορίζουν και στιγματίζουν την ανθρώπινη μοίρα και την ανθρώπινη φύση δεν έχουν σημασία, σε ένα κόσμο χωρίς θύτες χωρίς θύματα, χωρίς δικαίους και αδίκους, χωρίς αθώους και ενόχους, χωρίς καμία δίκη και χωρίς κανέναν δικαστή!

LES NAUFRAGES DU FOL ESPOIR : ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ "ΟΥΤΟΠΙΚΕΣ"!



Υπάρχει κάποιος άνθρωπος στον κόσμο που μπορεί να κάνει θέατρο και κινηματογράφο ταυτόχρονα; Υπάρχει κάποιος άνθρωπος που μπορεί να ντύσει με πανί τις θάλλασσες, με χαρτόνια τους πάγους, με μουσαμάδες τα τοπία, με σίδερο τα πουλιά, με ξύλο τα καράβια, με ανεμιστήρες τους ανέμους, με φως το φεγγάρι, για να δηιγηθεί την ωραιότερη ιστορία του κόσμου, εκείνη που περνά μέσα από τα στενά της Αλήθειας για να βγεί κάποτε στο Ακρωτήρι της "τρελής" ίσως , μα της Ελπίδας!  Yπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που μπορούν μέσα σε λίγα λεπτά να στήνουν και να ξεστήνουν σκηνικά, να αλλάζουν κοστούμια, να φωτίζουν την παράσταση, να φτιάχνουν τον ήχο, τον αέρα, την σκιά, την θύελα, να ντύνονται ιθαγενείς, ευγενείς, πρωθυπουργοί, βασιλείς, κατάδικοι, ινδοί ακόλουθοι, κινέζοι λευκαντές και να ζωντανεύουν μπροστά μας σελίδες και πρόσωπα και μέρη ιστορικά από την αυτοκτονία - (πολιτική δολοφονία;) του "ερυθρού αρχιδούκα", διαδόχου του θρόνου της Αυστρίας, πρίγκηπα Φραγκίσκου Καρόλου Ιωσήφ Ροδόλφου στα 1889, που βρέθηκε νεκρός μαζί με την ερωμένη του Μαρία Βετσέρα στο βασιλικό κυνηγετικό περίπτερο στο Μάγιερλινγκ, ως την κήρυξη του Α Παγκοσμίου Πολέμου , την δολοφονία του Ιδρυτή του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος Ζαν Ζορές και τον πόλεμο των Φώκλαντς;

Συγκλονιστικός ο Σάντ του Γιάννου Περλέγκα στην Βρομιά


Με τέσσερα ανκόρ αποθέωσε χθες το κοινό στην Αποθήκη Η της Πειραιώς 260 τον Γιάννο Περλέγκα για την συγκλονιστική ερμηνεία του , στο ρόλο του 30χρονου, Άραβα , λαθρομετάναστη Σάντ, στο έργο  του Ρόμπερτ Σνάιντερ "Βρομιά", υπό την εξαιρετικά ρεαλιστική και εφυή σκηνοθετική καθοδήγηση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου!

Το κοινό δεν στάματησε να χειροκροτά τον νεαρό ηθοποιό που κυριολεκτικά "τα έσπασε" με την υποδειγματική ερμηνεία ενός Σάντ, λυπημένου, γεμάτου κατανόηση, χωρίς ίχνος κακίας, επιθετικότητας ή εκδίκησης, που ισορροπεί προσεκτικά ανάμεσα  στην συναισθηματική φόρτιση και την συναισθηματική υπερβολή χωρίς  ακρότητες ή επιτηδευμένες αντιδράσεις.
 Ο Σάντ 30 χρονών από το Ιράκ,  βρίσκεται στην Γερμανία από αγάπη για γλώσσα και τον πολιτισμο αυτής της χώρας. Είναι μορφωμένος. Κρατά στο χέρι του ακόμα την φωτογραφία  μόλις είχε περάσει στο Πανεπιστήμιο και είναι ξυρισμένος γουλί. Θυμάται ακόμα τα ζεστά χέρια της μητέρας του, το πρόσωπο του πατέρα του με τα μαύρα γυαλιά του πατέρα του και το κόκκινο σημάδι που άφηναν στο δέρμα, το άφθονο τσάι και φυσικά την Λάικα. Την πρώτη γερμανική λέξη που έμελε να του αλλάξει την ζωή.  Λιποτάκτης κατά την διάρκεια του πολέμου στον Περσικό βρίσκεται στου δρόμους της Βιέννης να πουλά τριαντάφυλλα. Καπού εκεί τον συναντάμε και εμείς μέσα στο ημίφως της αποθήκης  να σιγοτραγουδά έναν αμανέ και να μας μαρτυρά χαμηλόφωνα το όνομα και την ηλικία του. "Με λένε Σάντ και είμαι 30 χρονών. Σάντ στα αγγλικά θα πει λυπημένος. Μα εγώ δεν είμαι λυπημένος". 
Ύστερα  η ερμηνεία αποκτά ολοένα και περισσότερη ένταση, φουντώνει όπως η φλόγα στα κεριά που φωτίζουν την μισοεγκαταλειμένη αποθήκη, με ένα νάιλον παραπέτασμα στο βάθος,  κουτάκια μπύρας στο πάτωμα, ένα τραπέζι με καθρέφτη για να πλένει το πρόσωπο του, μια ξύλινη καρέκλα και φυσικά έναν  κουβά γεμάτο κατακόκκινα τριαντάφυλλα. 
Εκμεταλλευόμενος σκηνοθετικά κάθε σπιθαμί του χώρου της αποθήκης, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος βάζει τον δικό του Σάντ να στέκεται παντού, μπροστά μας, δίπλα μας, από πάνω μας. Να μας μιλάει από παντού, ώσπου τα λόγια του δεν αργούν να βρούν τον δρόμο τους στην ψυχή μας. Για 1 ώρα και 20 λεπτά ο Γιάννος Περλέγκας γίνεται ο μετανάστης δίχως όνομα, δίχως όνειρα, δίχως διεύθυνση, που λερώνει τους δρόμους μας, τις βιτρίνες μας, τις δημόσιες τουαλέτες μας, ακόμα και το χερούλι της πόρτας που πιάνει. 
Γιατί η βρομιά, όπως λέει και ο ίδιος "έρχεται από μέσα" , γιατί τα μάτια του τυχαίνει να είναι μαύρα, γιατί το δέρμα του τυχαίνει να είναι πιο σκούρο από το δικό μας, γιατί ο ιδρώτας τυχαίνει να μοιρίζει πιο πολύ, γιατί τυχαίνει να τρώει ωμά κρεμμύδια και τα ούρα του είναι πιο όξυνα, γιατί τυχαίνει να ακούει ραδιόφωνο πιο δυνατά απ' ότι εμείς, γιατί τυχαίνει όταν βραδυάζει οι άνθρωποι να αγριεύουν και να τον κυνηγούν με κάποιο σπασμένο μπουκάλι για να του χαράξουν το πρόσωπο, γιατί τυχαίνει που και που στο μετρό να ακούει το ρυθμικό χτύπημα του σιδερένιου λοστού και να τρομάζει και να φοβάται να βγεί από το σπίτι του για να πουλήσει τα τριαντάφυλλα του. Όμως εκείνος τυχαίνει να νιώθει ότι ζει καλά. Γιατί έχει ένα σπίτι και σε λίγο καιρό θα του συνδέσουν και πάλι το ρεύμα και γιατί τυχαίνει να αγαπάει και να πονάει αυτό το μέρος, να αγαπάει τους  Κυριακές, τις Πλατείες και τα Παγκάκια και ας μην έχει κανένα δικαίωμα στις Κυριακές, ούτε στις Πλατείες, ούτε στα Παγκάκια στα οποία δεν έχει κάτσει ΠΟΤΕ. Κι ας αγαπάει τους ανθρώπους που του γυρίζουν την  πλάτη και ας του μίλησαν στον πληθυντικό μόνο μια φορά όταν έβαψε τα μαλλιά του ξανθά και ας συνάντησε μονάχα έναν άνθρωπο- το κύριο με το μώβ πουλόβερ- που τον κοίταξε στα μάτια και του χαμογέλασε. 
Εγώ δεν αξίζω το χαμόγελο σας, μην με κοιτάτε στα μάτια λέει και ξαναλέει, χαράξτε μου το πρόσωπο, ξεσκίστε μου το σώμα, βγάλτε μου τα μάτια , σας ενθαρρύνω. Βρίστε με , φτύστε με. Να μην σας μαγαρίζω την χώρα. Όμως θυμηθείτε καθώς θα φεύγετε από δώ, την επόμενη φορά που θα δείτε δυο μαύρα μάτια να σας ακολουθούν, πως η χώρα σας εξακολουθεί να σας ανήκει.
Ναι είμαι ο Σάντ και είμαι λυπημένος όμως μην σας σταματά αυτό από το να μου κάνετε ό,τι θέλετε γιατί "δεν ανήκω" εδώ. Σαν ένας Χριστός που γυρίζει και το άλλο του μάγουλο στο μίσος και την κακία των ανθρώπων ο Σάντ γυρίζει πίσω , στην τρύπα του, για να συνεχίσει να ζει κρυμμένος από όλους και φοβισμένος στο Βερολίνο, στο Παρίσι, στην Αθήνα, στο Μεταξουργείο, στην Ομόνοια. Χωρίς όνομα στο κουδούνι του. Χωρίς επώνυμο στα χαρτιά του. Χωρίς ταυτότητα στα όνειρά του. 
Καθώς τα φώτα ανάβουν και ο κόσμος σταδιακά απομακρύνεται σκέφτομαι ότι η φτώχεια, όπως και το έγκλημα δεν έχουν χρώμα, φυλή, όνομα , εθνότητα ή θρησκεία.  Έχουν όμως αιτίες που δεν τις γεννούν τα βρώμικα χέρια αλλά οι βρώμικες ψυχές!

Πρεμιέρα για την Λωξάντρα στο "Θέατρον" του Ελληνικού Κόσμου


Αληθινό Θέατρο κάτω από τον θόλο του Θεάτρου του Κέντρου Πολιτισμού Ελληνικός Κόσμος

"Είναι κάποιοι άνθρωποι που όσο ζουν είναι φάροι και όταν φεύγουν γίνονται αστερισμοί και μας φωτίζουν από εκεί ψηλά". Με αυτά τα λόγια ο σκηνοθέτης της παράστασης και καλλιτεχνικός διευθυντής του Κ.Θ.Β.Ε. Σωτήρης Χατζάκης αποχαιρέτησε με τον δικό του τρόπο τον Θανάση Βέγγο και αφιέρωσε στην μνήμη του την χθεσινή πρεμιέρα της παράστασης Λωξάντρα. Με ένα παρατεταμένο χειροκρότημα το κοινό αποθέωσε στην σκηνή του Θεάτρου , όλους τους συντελεστές της παράστασης, επευφημώντας την Φωτεινή Μπαξεβάνη για την συγκλονιστική ερμηνεία της στον ρόλο της αρχετυπικής, λαϊκής, μητρικής, λογοτεχνικής φιγούρας της Μαρίας Ιορδανίδου.  

Για κάτι λιγότερο από 2 ώρες η Λωξάντρα μας ταξίδεψε στους μαχαλάδες της Πόλης από το Μακροχώρι ως το Μπαλουκλί, κι απ’ τα Ταταύλα ως το πορνείο της Μαντάμ Μαρή στο Ταξίμ και το κοσμοπολίτικο Πέρα ή Σταυροδρόμι. Από τα λόγια της Λωξάντρας ξεπηδούν οι γεύσεις και οι μυρωδιές της πολίτικης κουζίνας και από την ζωή της περνούνε πρόσωπα και γεγονότα, ζωντανοί και πεθαμένοι, κραυγές και ψίθυροι της εποχής , της οποίας η ίδια αποτελεί έμβλημα και γέννημα. Όλοι τους ξαποσταίνουν στο σπιτικό της, τρέφονται με τα μεζεκλίκια της, πίνουν από το αγίασμα της Παναγιάς της Μπαλουκλιώτισσας, ζεσταίνονται από την άσβεστη φλόγα της καρδιάς της. «Όλα από πάνω μου πέρασαν» , λέει η ίδια. Και έχει δίκιο. Γιατί η Λωξάντρα δεν έχει εαυτό. Ο εαυτός της είναι οι άλλοι. Η ευτυχία της είναι η ευτυχία των άλλων. Η ζωή της είναι τα πρόσωπα που αγαπά. Κι άμα τρώνε εκείνα τότε όλα είναι καλά. Κι η Παναγιά όλους τους φροντίζει. Σαν Παναγιά λοιπόν κι αυτή παραστέκει τον Δημητρό, τα παιδιά, τα εγγόνια, τους συγγενείς, τους φίλους, τους υπηρέτες. Όλους Έλληνες και Τούρκους. Ό,τι κι αν είσαι, άνθρωπος είσαι. Και σε φιλεύει. Σου στρώνει τραπέζι για να φας. Δεν ξεχωρίζει κανέναν. 

Το χρήμα το περιφρονεί. «Τι να τα κάνει τα χρήματα ο Θόδωρος. Ποιο πολύ από ότι τρώει μπορεί να φάει;» λέει. Γιατί το φαγητό είναι αίμα, είναι ζωή που διώχνει τους αναιμικούς δαίμονες της ατονίας. Το δικό της χρυσάφι είναι φυλαγμένο στην καρδιά της. Κι η καρδιά της είναι ανοιχτή σε όλους. Τι κι αν γύρω της στροβιλίζονται οι πόλεμοι και οι καταστροφές. Το κονάκι της είναι κιβωτός για όποιον την έχει ανάγκη. Ε βοηθάει κι Παναγιά η Μπαλουκλιώτισσα σε αυτό. Χατίρι δεν της χαλάει. «Μην κοιτάς σήμερα που άπλωσα μπουγάδα και της ζήτησα να μην βρέξει κι εκείνη ρίχνει τόσο νερό». Κατά τα άλλα οι δυο τους συνεννοούνται. Αλλά πάντα για καλό. Με τον σταυρό πάει μπροστά. Ακόμα και τον Τούρκο τον σταυρώνει. Το στόμα της δεν το μετρά. Στο σπίτι της είναι πάντα κυρά και αρχόντισσα. Και εντολές στους υπηρέτες της μονάχα αυτή δίνει. Όμως έχει και μια πελώρια αγκαλιά και σαν μαλώσει ξανά μονιάζει  και σου δίνει κι ένα λουκουμάκι με καϊμάκι να σε γλυκάνει. Κι αν δεν ξεχάσεις τα βάσανά σου, σου ψήνει και χαλβά, σου δίνει κι ένα γιαλατζί ντολμά και κάνει και ένα λαδερό στο φούρνο, να υπάρχει. Βράδυ έρχεται. Κι άμα τρώει ελαφρά δεν την πιάνει ο ύπνος… 

Αυτή είναι η λοιπόν η πληθωρική Πολίτισσα κοκόνα, που στο κονάκι ξαποστάσαμε κι εμείς χθες. Και συναντήσαμε ξανά το σήμερα, το τώρα. Και γλυκαθήκαμε από την καλοσύνη της, και πήραμε κουράγιο και υπομονή από την πίστη της και ξαναγαπήσαμε τον εαυτό μας, δηλαδή τον άλλο, το διπλανό, τον ξένο, τον Έλληνα, το φίλο, το συγγενή, το παιδί , το εγγόνι, πρόσωπα δικά μας αγαπημένα, που ζουν κοντά μας, είτε είναι εδώ είτε όχι. Γιατί στην σκηνή είμαστε όλοι. Ηθοποιοί και θεατές. Όσοι συναντάμε εκεί και όσοι κουβαλάμε ο καθένας στην ψυχή του. Όλοι γύρω από το τεράστιο τραπέζι της Λωξάντρας, σαν ξεκινά η παράσταση και σαν τελειώνει. Γιατί οι ψυχές είναι παντού. Μαζί στα γλέντια της γης και του ουρανού. Τραγούδι είμαστε και τραγούδι θα γίνουμε. Ανάμνηση. Ιστορία. Δέντρο ζωής, που φυλλοροεί μα δεν πεθαίνει. Ίσκιος αιώνιος για τις επόμενες γενιές. Έτσι σαν ίσκιος στέκεται ακόμα η Λωξάντρα και σαν ξωκλήσι ερημικό, για να ανάβουμε που και που ένα κεράκι και εκείνη να βλέπει την φλόγα του κι να έρχεται κοντά μας και να μας ψιθυρίζει: «Τις εστί πλούσιος; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος!»  

ΜΕΣΑ - ΕΙΔΑΜΕ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΜΕ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Μια μικρή γεύση από το πρωτότυπο για τα ελληνικά δεδομένα, εξάωρο, θεατρικό εγχείρημα του Δημήτρη Παπαϊωάννου , που ακούει στο όνομα ΜΕΣΑ και πρόκειται να ανοίξει τις πόρτες του στο κοινό από τις 13 Απριλίου στο Παλλάς είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν σήμερα , όσοι βρέθηκαν στην αίθουσα του θεάτρου γύρω στις 12.00 το μεσημέρι. Όπως είπε ο ίδιος ο σκηνοθέτης στην συνέντευξη τύπου το όνομα της παράστασης προέκυψε τυχαία, καθώς πρόσφατα μετακόμισε σε ένα νέο σπίτι που του αρέσει πάρα πολύ. "Τότε ο φίλος μου μου είπε : κατάλαβα τώρα δεν θα μένεις συνέχεια μέσα για να απολαμβάνεις το χώρο" και κάπως έτσι προήλθε και ο τίτλος . 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΜΑ


Μια από τις πιο γλυκές ιστορίες αγάπης…

«Έλα μαζί να φύγουμε, πάμε μακριά στα φώτα τα γιορτινά, πρέπει και εμείς να ζήσουμε, για δυο στιγμές η θλίψη να ναι χαρά!» Όμως στο Θέατρο Άλμα η χαρά διαρκεί πολύ περισσότερο. Όσο και η Φθινοπωρινή Ιστορία του Αλεξεί Αρμπούζωφ, σε σκηνοθεσία Ιωάννας Μιχαλακοπούλου, με τον Γιάννη Μιχαλακόπουλο και τη Κατερίνα Μαραγκού σε μια  εξαιρετική υποκριτική και φωνητική ερμηνεία. Μια ιστορία αγάπης ανέμεσα στον Ροντιόν Νικολάγιεβιτς και την Λύντια Βασίλιεβνα που έχοντας αφήσει πίσω της την άνοιξη , βαδίζει προς το φθινόπωρο της ζωής και αντί να ανθίζει σε μια ανατολή, αφήνεται να βουλιάξει για λίγο στην ευτυχία μπροστά σε ένα ηλιοβασίλεμα. Για λίγο. Όσο κρατά ένα θαύμα. Εκείνο του έρωτα. 

Η ιστορία τους ξεκινά κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Σε μια εξοχή συναντάμε για πρώτη φορά τον μοναχικό κύριο Νικολάγιεβιτς, χειρούργο στο επάγγελμα που εργάζεται σε ένα αναπαυτήριο, είναι αφιερωμένος στην τέχνη του, του αρέσει ησυχία, δεν έχει χρόνο ούτε διάθεση για έρωτες και έχει πάντοτε μαζί του ένα ασημένιο κουτί καραμελίτσες καθώς και  τη αξιαγάπητη ηρωίδα του Αρμπούζωφ, την  Λύντια , φλύαρη, συναρπαστική , γεμάτη αντιφάσεις , γεμάτη ζωή, ελπίδα, χαμόγελο αλλά και πολύ πόνο και μοναξιά κάτω από το κατακόκκινο φόρεμα της και το κατακόκκινο ζευγάρι γυαλιά που φορά. Μαζί της ο Ροντιόν Νικολάγιεβιτς δεν θα βρει ποτέ την άκρη. Θα βρει όμως ή μάλλον θα ξαναβρεί κάτι πολύ πιο σημαντικό. Την αγάπη. Μια αγάπη γλυκιά σαν τις μηλόπιτες από το αγαπημένο τους ζαχαροπλαστείο και μαγική σαν μουσικό κουτί που ανοίγει σιγά - σιγά φέρνοντας στα αυτιά μας μια μελαγχολική, φθινοπωρινή μελωδία και στο νου μας αναμνήσεις, συναντήσεις, βόλτες στην βροχή, νύχτες κάτω απ’ τα άστρα, πρωινά στην βεράντα… 

Στον κόσμο της Λύντια, η ζωή ξεκινά πολύ νωρίς το ξημέρωμα, για να δει τον ήλιο να ανατέλλει να τα βράδια περνούν συντροφιά με στίχους από ποιήματα. Στο κόσμο της η ζωή υπάρχει εκεί έξω και τίποτα δεν μπορεί να την σταματήσει από αυτή, ούτε καν τα παράθυρα στα δωμάτια του αναπαυτηρίου απ’ τα οποία συνηθίζει να μπαινοβγαίνει κρατώντας άυπνους τους υπόλοιπους τροφίμους του ιδρύματος. Επίσης υπάρχει πολύ αγάπη και κατανόηση ακόμα και για τον άνδρα της που την άφησε για μια άλλη γυναίκα, καθώς και πάθος και αισιοδοξία και όνειρα. Ένας κόσμος που μοιάζει με αιώνια λιακάδα. Φθινοπωρινή μεν αλλά λιακάδα. Σε αντίθεση με τον βροχερό κόσμο του  Ροντιόν Νικολάγιεβιτς. Έναν άνδρα επίσης γεμάτο πληγές, που τις διατηρεί ανοιχτές η απέραντη μοναξιά του και η ανέκφραστη οργή που ξεσπά πολλές φορές πάνω στην δυστυχισμένη Λύντια. 

Και οι δυο τους πλάσματα με όνειρα τσακισμένα πάνω στα βράχια της πραγματικότητας . Ο Ροντιόν γνώρισε τον έρωτα νωρίς , όσο νωρίς όμως πρόλαβε και να μαραθεί. Έτσι η ευτυχία τον εγκατέλειψε και εκείνος σταμάτησε να την αναζητά. Μόνο την κόρη του περιμένει πάντοτε να έρθει και περιποιείται διαρκώς το σπίτι του και τον κήπο για να την υποδεχθεί. Μάταια. Από την άλλη η  Λύντια, παντρεμένη, μητέρα ενός παιδιού… Μετά χωρισμένη μητέρα ενός παιδιού, λίγο αργότερα ξαναπαντρεμένη μητέρα ενός παιδιού, ύστερα πάλι χωρισμένη μητέρα ενός παιδιού και στο τέλος χωρισμένη,  … μητέρα κάποτε ενός παιδιού. Η ζωή της μια περιπέτεια, μια περιπλάνηση γεμάτη σταθμούς, αποχωρισμούς αλλά και αφετηρίες. Και η ίδια μοιάζει μια άλλη Μπλάνς βασιζόμενη πάντα στις καλές προθέσεις, με τις βαλιτζούλες της, τις πληγές της και τις ελπίδες της,  περαστική από την αγάπη, τον έρωτα, τα φώτα, την σκηνή και την ζωή του Ροντιόν Νικολάγιεβιτς, ζει το σήμερα και ο ζει με την ψυχή της.
Μια ιστορία  γλυκιά και πικρή, μια σταγόνα ευτυχίας μέσα στην μαυρίλα και την μιζέρια της καθημερινότητάς μας που για 110 ‘ μας ταξιδεύει στο θαύμα του έρωτα και της τέχνης, τόσο όμορφο ακριβώς επειδή δεν κρατά ποτέ για πολύ!

Πρεμιέρα για τον Θεό της Σφαγής στο Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη


«Φανέρωσέ μου την μάσκα που κρύβεις κάτω από την μάσκα που φοράς...»

Αυτό ακριβώς επιτυγχάνει ο «ελεήμων» θεός της σφαγής, της Γιασμίν Ρεζά, συνθλίβοντας κάθε αντίληψη περί δήθεν ηθικής προόδου στην κοινωνία ή στην ζούγκλα του 21ου αιώνα στο πλαίσιο ενός κοινωνικού δαρβινισμού, όπου υπερισχύει το δίκαιο του ισχυρότερου. Το αρχαιότερο δηλαδή δίκαιο, όπως λέει πιο κάτω ένας από τους ήρωες του έργου. «Εγώ πιστεύω στο θεό της σφαγής» , λέει κάποια στιγμή ο Αλέν , δικηγόρος στο επάγγελμα, σύζυγος της Ανέτ , νοικοκυράς που διαχειρίζεται παράλληλα και τα πλούτη του άντρα της και πατέρας ενός 11 χρονου παιδιού, του Φερδινάνδου, που δεν διστάζει να επιτεθεί με λοστό στον συνομήλικό του Μπρούνο , όταν ο δεύτερος αρνείται να τον αφήσει να γίνει μέλος της συμμορίας του. «Μέλος της συμμορίας του;» , αναφωνεί έκπληκτη η Βερονίκη, η μητέρα του, που είναι πολύ απασχολημένη με την συγγραφή ενός βιβλίου για την σφαγή στο Νταρφούρ, καθήμενη μαζί με τον σύζυγό της Μάικλ , στο σαλόνι του σπιτιού τους και προσπαθώντας από κοινού με τους γονείς του Φερδινάνδου να βρουν έναν τρόπο να εξομαλύνουν τις σχέσεις των παιδιών τους. Σε αυτό ακριβώς το σημείο συναντάμε κι εμείς τους τέσσερις πρωταγωνιστές της παράστασης, στην λαμπερή πρεμιέρα που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 16 Οκτωβρίου στο κατάμεστο θέατρο Κάτια Δανδουλάκη, με πρωταγωνιστές του Γιάννη Φέρτη – Αλέν, την Κατιάνα Μπαλανίκα – Ανέτ, την Κάτια Δανδουλάκη- Βερονίκη και τον Γιάννη Βούρο – Μάικλ, σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή.
Το σκηνικό λιτό. Ένα τραπέζι και δυο άσπροι δερμάτινοι καναπέδες. Δυο βάζα με κίτρινες τουλίπες, μαρτυρούν ήδη πολλά για τις προθέσεις πίσω από αυτή την επιφανειακά φιλική συνάντηση, καθώς το χρώμα των λουλουδιών παραπέμπει σημειολογικά στο χρώμα του μίσους που ελλοχεύει πίσω από την δήθεν ευγενικούς τόνους και τις φιλοφρονήσεις που ανταλλάσουν αρχικά οι δυο πλευρές. Του θήτη και του θύματος. Ή μήπως των θητών. Ή μήπως των θυμάτων. Ή μήπως της αδιαφορίας των γονιών . Ή μήπως της υποκρισίας της κοινωνίας. Ή μήπως και των δύο που τελικά αναμειγνύονται δημιουργώντας ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που είναι θέμα χρόνου να δυναμιτίσει τελικά την ατμόσφαιρα. Οι τέσσερις τους έχουν κάθε ευκαιρία να αποφύγουν την σύγκρουση όμως κάθε φορά επιλέγουν να επιστρέψουν στον τόπο του «εγκλήματος» και να υποκύψουν στα άγρια ένστικτά τους. Να φαγωθούν μεταξύ τους. Να τινάξουν από πάνω τους τον καθωσπρεπισμό και τις αβρότητες , να πετάξουν τον μανδύα της καλοσύνης και της κατανόησης , να ξεβάψουν το προσωπείο της δήθεν ήρεμης και ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής να αναλωθούν σε ένα μαραθώνιο αποκαλύψεων και έναν καταιγισμό από καλά κρυμμένες αλήθειες που φέρνει στην φόρα το ποτό, θυμίζοντας τους χαρακτήρες του Έντουαρντ Άλμπυ στο «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γούλφ», με τις λεκτικές και ψυχολογικές επιθέσεις των ηρώων  να καταλήγουν σε μια συμβολική αιματοχυσία κατακλύζοντας την σκηνή με μια αίσθηση μηδενισμού, που κορυφώνεται επί σκηνής με ένα ρήγμα να χωρίζει οριστικά τις θέσεις των δυο ζευγαριών για τις αιτίες που γέννησαν την σύγκρουση μεταξύ των παιδιών τους.
Τα μυδραλιοβόλα των λεκτικών επιθέσεων έχουν πια σιγήσει όμως από τις κάνες τους εξακολουθεί να βγαίνει καπνός. Και οι τέσσερις βουβοί μετά την ολέθρια σύγκρουση τους, μοιάζουν με άσφαιρα όπλα μετά την σφαγή. Θήτες και θύματα οι ίδιοι. Θήτες γιατί ίσως το δήθεν της κοινωνίας που δημιούργησαν και την οποία εκπροσωπούν να υποκίνησε την βίαια έκρηξη των παιδιών τους. Και θύματα γιατί ίσως και η δική τους οργή είναι γέννημα της κοινωνίας που πιστά υπηρέτησαν και εξακολουθούν να υπηρετούν. Σε κάθε περίπτωση πάντως η Ρεζά απεικονίζει με μαεστρία την κλιμάκωση και την αποκλιμάκωση της έντασης μιας εκ πρώτης όψεως τυπικής συνάντησης δυο «πολιτισμένων» ζευγαριών που επιδιώκουν την συμφιλίωση των παιδιών τους. Έννοιες όπως εκείνες του πολιτισμού, του δικαίου, της οικογένειας, της βίας και της ηθικής μπαίνουν στο μικροσκόπιο της συγγραφέως και αναλύονται με εκπληκτική συνοχή κατά την διάρκεια μιας συζήτησης που εκτρέπεται από το πλαίσιο του «πολιτικά ορθού» σε μια μάχη μέχρις εσχάτων, έξοχα σκηνοθετημένης από τον Σταμάτη Φασουλή και με εξαιρετικές ερμηνείες από τέσσερις  βετεράνους ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου, όπου το κωμικό στοιχείο  γίνεται η σπίθα που βάζει φωτιά στο «φαίνεσθε» αποκαλύπτοντας το «είναι».

JOHN GABRIEL BORKMAN-SCHAUBÜHNE



"Θριαμβευτική υποδοχή στον Μπόρκμαν του Όστερμαιερ"!
Στιγμιότυπο από την παράσταση "John Gabriel Borkman", με τους Josef Bierbichler, Kirsten Dene, Angela Winkler
Σε τέσσερα ανκόρ κάλεσε το κοινό του Σαββάτου (26/06) τον θίασο της Σαουμπίνε (Josef Bierbichler, Kirsten Dene, Angela Winkler, Sebastian Scwarz, Cathlen Gawlich, Felix Römer, Elzemarieke de Vos); που ζωντάνεψε στην σκηνή του χώρου Η, της Πειραιώς 260 (24-27/06) το αριστούργημα του Ίψεν "Τζόν Γαβριήλ Μπόρκμαν" σε σκηνοθεσία Τόμας Όστερμαιερ, με τους ηθοποιούς να αναδεικνύουν τις εσωτερικές συγκρουσεις και τις δραματικές κορυφώσεις των ηρώων και τον σκηνοθέτη να ζωντανεύει τον σκοτεινό χαρακτήρα του έργου ξεπερνώντας τα εμπόδια της γλώσσας και χαρίζοντας στους θεατές 110 λέπτά χωρίς ανάσα!

CINEMASCOPE: TO TEΛΟΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΜΕΤΡΑΕΙ

Ο κόσμος τελειώνει ήσυχα… στο Bios!!!
Cinemascope: Ένα Ντοκιμαντέρ για το Τέλος του Κόσμου, μια συμπαραγωγή της Ομάδας blitz και του BIOS βασισμένη στην ψηφιακή πλατφόρμα Silent Sound Show (SSSh!).

Στην αρχή έμοιαζε περίεργο. Φορούσαμε όλοι τα ακουστικά μας ξαπλωμένοι άλλοι στους φαρδύς καναπέδες του BIOS και άλλοι στα τραπεζάκια απολαμβάνοντας την μπύρα τους και περιμέναμε να περιπλανηθούμε στην ιστορία του cinemascope : ενός ντοκιμαντέρ για το τέλος του κόσμου! Μια κοπέλα ντυμένη στα λευκά στέκεται στην μέση της Πειραιώς , εν μέσω κυκλοφορικής συμφόρεσης βράδυ Πέμπτης γύρω στις 9.30 φορώντας τα ίδια ακουστικά. Υποδύεται την δημοσιογράφο που δίνει ζωντανά κάποιο ρεπορτάζ.  Κυκλοφορώντας ελεύθερα μέσα και έξω από τον πολυχώρο με τα ακουστικά προσπαθούμε να πιάσουμε κάποια γωνιά κοντά στο τζάμι . Σε λίγο ένας άλλος ηθοποιός επίσης με ακουστικά στέκεται στο απέναντι πεζοδρόμιο κρατώντας μια ταμπέλα «Μας εγκατέλειψαν», γράφει και την επιγραφή  συμπληρώνει ο λόγος ενός αόρατου εκφωνητή, που μοιάζει βγαλμένος από πολιτική συγκέντρωση ενώ λίγο αργότερα – για του λόγου το αληθές- η Πειραιώς γεμίζει με φλάιερς. Περαστικοί κοιτούν παράξενα. Κάποιοι σκύβουν και μαζεύουν τα χαρτάκια. Ο Γιώργος Λούκος, παρών στην πρεμιέρα της παράστασης, βγαίνει για λίγο να δει αυτό που συμβαίνει. Αυτός είναι ο πρόλογος. Ο εκφωνητής δίνει και πάλι οδηγίες να ακολουθήσουμε τον διάδρομο ως την αίθουσα όπου θα παιχτεί η υπόλοιπη παράσταση  φορώντας πάντοτε τα ακουστικά , τα οποία δεν πρέπει ποτέ και για κανένα λόγω να αποχωριστούμε από τα αυτιά μας.
Η παράσταση θα συνεχιστεί πια στην Σαλαμίνος. Καθισμένοι πίσω από τους θεατές μπροστά από τα λάπ τοπς και τα μηχανήματα ήχου, η Αγγελική Παππούλια και ο Χρήστος Πασσαλής των Blitz. Δέκα ηθοποιοί υποδύονται τους ήρωες των τελευταίων εννέα ημερών του κόσμου που  περνούν μπροστά απ’ τα μάτια μας μόλις σε 70 λεπτά. Η αφήγηση ξεκινά από την ένατη ημέρα. Κακή αστρολογικά…. «Που…  βροχή!» ακούγεται η φωνή της Αγγελικής Παππούλιας καθώς μπαίνουμε. Η Μαρία Φιλίνη η κοπέλα πίσω από το γραφειάκι στο ισόγειο του απέναντι κτιρίου που εργάζεται μέχρι και την τελευταία ημέρα του κόσμου- διενεργώντας έρευνες για κάποια εταιρεία δημοσκοπήσεων, ο Γιώργος Βαλαής – ο ψυχίατρος που αποφασίζει ότι δεν έχει νόημα πια  να βοηθάει ανθρώπους που συνεχώς θέλουν και ποτέ δεν ικανοποιούνται ούτε εκτιμούν όσα έχουν. Ο Σιαμάκ Ετεμάντη, Ιρακινός ηθοποιός, έχει δουλέψει πολύ κυρίως στον κινηματογράφο, υποδύεται έναν αμερικανό τουρίστα – backpacker. Όλος ο κόσμος του μέσα στην μικρή του βαλιτζούλα. Είναι μόνος , όμως ελπίζει μέχρι το τέλος ότι η αγάπη θα τον βρει και είναι ευγνώμων για ότι του έδωσε η ζωή. Έτοιμος να αποχαιρετήσει τον κόσμο με ένα τεράστιο χαμόγελο και το τελευταίο άνθρωπο που θα θελε να ευχαριστήσει είναι τον κολλητό του.
Οι ήρωες δεν έχουν ονόματα. Περνάνε γρήγορα από μπροστά μας και η ιστορία τους συμπληρώνεται ή επικαλύπτεται συχνά από εκείνους που ακολουθούν. Και ξαφνικά νιώθεις δεμένος  μαζί τους.  Τους συμπονάς. Αγωνιάς για την μοίρα τους. Προβληματίζεσαι για το παρελθόν τους. Τα λόγια και οι σκέψεις τους σε αγγίζουν στην καρδιά. Δεν είναι κάποιος. Είναι όλοι μας. Ένα κομμάτι από τον καθένα. Ένα καρέ από το φιλμ της ζωής μας. Δίπλα στα μεγάλα γεγονότα τα απλά καθημερινά. Στο τέλος της ζωής μας τι είναι σημαντικό; Όλοι τους αναλογίζονται την ζωή που δεν έζησαν. Τα λόγια που δεν είπαν. Τις πράξεις που δεν έκαναν. Την οργή που δεν ξέσπασαν. Την ομορφιά που δεν είδαν. Την αγάπη που δεν ένιωσαν. Τον κόσμο που δεν έσωσαν. Πόσο όμορφη θα μπορούσε να ήταν η ζωή τους και δεν ήταν. Κάποιοι αντιδρούν με χαμόγελο, άλλοι με συγκίνηση, άλλη με αγανάκτηση… Όμως στο τέλος τίποτα δεν αλλάζει. Ο σούπερμαν δεν θα έρθει. Οι ευχές δεν θα πιάσουν. Η αναμονή δεν έχει νόημα. Η θρησκεία, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι δεν έχουν απαντήσεις για να δώσουν. Όλα θα τελειώσουν όπως άρχισαν… με ένα μπάμ… λέει ο επιστήμονας που παραδέχεται πως πια ο χρόνος δεν είναι αναστρέψιμος. Δεν ήταν ποτέ.
Το τέλος δεν έχει σημασία. Το τέλος μέσα μας είναι εκείνο που μετράει. Ο κόσμος τελειώνει ήσυχα, αντιδραματικά, χωρίς θεαματικές εξωστρέφειες.. όπως είχαν δηλώσει και οι ίδιοι οι Blitz. Όσο για την σωτηρία; Μια γωνίτσα μέσα μας. Μια γωνίτσα που γίνεται θεατρική σκηνή και για λίγο όλα μπορούν να συμβούν. Οι μοναχικοί να βρουν συντροφιά, οι ανικανοποίητοι να βρουν την χαρά,  οι ζητιάνοι να χορέψουν κλακέτες στην βροχή, ο δρόμος να γεμίσει από ζευγάρια που περπατούν ερωτευμένα μαζί… Έτσι είναι ο κόσμος , έτσι είναι η ζωή , έτσι είναι και το τέλος : χαρά και λύπη, γέλιο και δάκρυ, κραυγή και σιωπή, έρωτας και οργή κυλάνε μαζί. Τα φώτα σβήνουν. Οι τίτλοι τέλους πέφτουν νοερά. Θέατρο ή σινεμά; Φαντασία ή πραγματικότητα. Αρχή ή τέλος; Είχανε δίκιο… Ξεπερνά κατά πολύ και τα δυο: Ζωή!!!  

Wunshkonzert


Σόλο Κοντσέρτο Ερμηνείας στην Β’ Σκηνή του Από Μηχανής











«Η ζωή δεν είναι Κοντσέρτο Επιθυμιών» (Das Leben ist kein Wunschkonzert) και αυτό το γνωρίζει καλύτερα από όλους η Φρόιλάιν Ράς, Δέσποινα Κούρτη, η οποία δίνει το δικό της ρεσιτάλ ερμηνείας στην παράσταση “Wunschkonzert” του Φράντς Ξαβιέρ Κρέτς, σε σκηνοθεσία Ζωής Χατζηαντωνίου, που φιλοξενείται στο θέατρο Από Μηχανής.    Την παρακολουθούμε σε ρόλο σολίστα να εκτελεί με δεξιοτεχνικές κινήσεις επί  90 λεπτά αυτό που τελικά εξελίσσεται σε προσωπικό της ρέκβιεμ ολοκληρώνοντας με  μια τρίλια θανάτου την σονάτα μιας ζωής χαμένης από  υπερβολική δόση μοναξιάς. Όπλο του εγκλήματος ένα κουτί χάπια. Μάρτυρες όλοι και ταυτόχρονα κανείς, αφού τα παράθυρα των απέναντι πολυκατοικιών κοιτάζουν βουβά την σιωπή της να γίνεται κραυγή. Διαμαρτυρίας; Λύτρωσης; Και τα δύο ίσως;  Η ίδια δεν μας διαφωτίζει για τα αίτια που την οδηγούν στο απονενοημένο διάβημα. Οι κινήσεις της αρχικά μοιάζουν ήρεμες,  φυσιολογικές καθώς ξεκλειδώνει την πόρτα του σπιτιού της εκείνο το απόγευμα, γύρω στις 6.30 που επιστρέφει στο διαμέρισμά της μετά από άλλη μια μέρα δουλειάς κρατώντας ελάχιστα ψώνια, τα οποία τακτοποιεί προσεκτικά το καθένα στο ράφι του, αφού πρώτα κρεμάει με τάξη τα ρούχα της στην κρεμάστρα και τοποθετεί τα παπούτσια στην γωνίτσα απέναντι απ’ την πόρτα. Η γλώσσα του σώματος της φανερώνει αρχικά την συμμετοχή της σε μια συνηθισμένη καθημερινή ιεροτελεστία που ξεκινάει μεθοδικά, ύστερα επιταχύνεται , μετά δυναμώνει και στο τέλος κορυφώνεται. Η μοναξιά της απλώνεται στο δωμάτιο σιγά – σιγά. Σαν μια σταγόνα , που γίνεται λίμνη, μετά ποτάμι και τέλος ορμητικός χείμαρρος που την πνίγει. Δεν προλαβαίνει να μιλήσει. Άλλωστε δεν υπάρχει κανείς γύρω της. Στο σπίτι της δεν υπάρχει τηλέφωνο. Μοναδικός δίαυλος επικοινωνίας προς τον έξω κόσμο μια τηλεόραση , μόνιμος συνομιλητής απέναντι από τον  καναπέ της και ένα ραδιόφωνο σε θέση συνδαιτυμόνα που κάθεται απέναντι της συντροφεύοντας το μοναχικό γεύμα της.  Η εκπομπή «Τι Επιθυμείτε» του Φρέντ Ράουχ που αναμεταδίδεται από το πρόγραμμα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας κάθε Τετάρτη στις 19.15, της κρατάει παρέα  με  ελαφρά μουσική άλλοτε χαρούμενη λειτουργώντας αντιστικτικά απέναντι στην λυπημένη μελωδία της ψυχής και άλλοτε μελαγχολική , νοσταλγική. Κάποια στιγμή ο εκφωνητής καληνυχτίζει το κοινό δίνοντας ραντεβού για την επόμενη εβδομάδα. Το ραδιόφωνο κλείνει. Την θέση του παίρνει ένα μάθημα πλεξίματος στον υπολογιστή που διαρκεί τόσο όσο χρειάζεται για να ολοκληρωθεί το κομμάτι που λείπει από το χειροποίητο ριχτάρι. Χαρούμενη που έχει ταχτοποιήσει και την τελευταία αυτή εκκρεμότητα αρχίζει να στρώνει τον διθέσιο καναπέ της που γίνεται κρεβάτι. Φοράει το νυχτικό της, βγάζει τα ρούχα της αυριανής μέρας για το γραφείο (μάλλον αν κρίνουμε από την εμφάνιση), ετοιμάζει το φλιτζάνι με την αυγοθήκη για το πρωινό της πριν φύγει, ρυθμίζει το ξυπνητήρι για να μην αργήσει στην δουλειά της και ξαπλώνει…. Ωστόσο «υπάρχουν λίγες περιπτώσεις θανάτου που δεν οφείλονται άμεσα ή απομακρυσμένα σε κάποια πράξη του υποκειμένου. Οι αιτίες του θανάτου δεν βρίσκονται παρά μέσα μας, και είναι αποτελεσματικές μόνο αν εκτεθούμε στην σφαίρα της δραστηριότητας τους» γράφει ο Emile Durkheim και αυτές είναι που την οδηγούν στην τραγική συγχορδία ηρεμιστικών και αλκοόλ  με την οποία ολοκληρώνεται η παρτιτούρα μιας ζωής ερμητικά κλειστής και αποξενωμένης.


ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΡΑΜΑΝΤΑΝΗ

"ΡΙΤΕΡ, ΝΤΕΝΕ , ΦΟΣ" ΤΟΥ ΤΟΜΑΣ ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ

"Ρίτερ, Ντένε, Φός Υποκριτικής στο θεάτρο Ποταμίτης"

"Τρείς έξυπνους ηθοποιούς" αλλά πάνω απ' όλα τρεις ηθοποιούς απαιτεί το έργο "Ρίτερ, Ντένε, Φος", του συγγραφέα Τόμας Μπέρνχαρντ που σφράγισε με το έργο του την γερμανόφωνη λογοτεχνία το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Το έργο γράφτηκε για πρώτη φορά το 1984 ενώ είδε το φώς της σκηνής το 1986 στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ με τους κορυφαίους ηθοποιούς της σύγχρονης γερμανικής σκηνής Ιλσε Ρίτερ, Κίρστεν Ντένε και Γκερτ Φος.  Στην Ελλάδα ανέβηκε για πρώτη φορά το 1991 από τον Λευτέρη Βογιατζή, ο οποίος ενσάρκωνε και τον πρωταγωνιστικό ρόλο με την Λυδία Κονιόρδου και την Ολια Λαζαρίδου  στο ρόλο των δύο αδελφώνΑυτό το χειμωνα ανεβαίνει και πάλι στο θέατο "Ποταμίτης" σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Κωσταντόπουλου (Λούντβιχ) και συμπρωταγωνίστριες τις Μάντυ Λάμπου (μικρή αδελφή) και Μαρία Καψή (μεγάλη αδελφή).
 Ένα πραγματικό κοντσέρτο ερμηνείας, σκηνοθεσίας και νοήματος με την μορφή μιας αντιστικτικής σύνθεσης που κυλά ασταμάτητα με τις ψυχολογικές διακυμάνσεις των ηρώων να εναλλάσονται από τα πιο ελαφρά ντιμινουέντα ως τα πιο σκληρά κρεσέντα. Αποζητώντας να αποδράσει από την μοναξιά , την υποκρισία αλλά κυρίως την ανία της υψηλής κοινωνίας από την οποία προέρχεται ο Λούντβιχ, ήρωας εμπνευσμένος από τον Λούντβιχ Βιτγκεσταιν και τον ανηψιό του Πάουλ, επιχειρεί την δική του απόδραση στο περιθώριο της λογικής, συμπαρασύροντας σιγά σιγά και τις δύο αδελφές του. Η λογική και η τρέλλα συγκρούονται μέχρι τελικής πτώσεως πριν , μετά και κατά την διάρκεια ενός γεύματος αποτελώντας τα κυρίαρχα θεματικά μοτίβα γύρω από τα οποία περιστρέφονται αιώνια ψυχολογικά, κοινωνικά, πολιτικά και ηθικά ζητήματα με έναν κοινό παρονομαστή: "Κάποτε κάτι πρέπει να αλλάξει"!

Δέσποινα Ραμάντανη
Metro, Τρίτη, 09-12-2008