Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

OI "ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ" ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ ΣΤΟ BIOS ΚΑΙ ΤΟ THEATER.VIEW ΗΤΑΝ ΕΚΕΊ...


Μισοβουλιαγμένη γύρω εκεί στην 5η δεκαετία της ζωής της, η Γουίννυ της Σύλβιας Λιούλιου, που επέστρεψε από την Παρασκευή 03/02 στην σκηνή του Bios, απευθύνεται στο κοινό από τα υψίπεδα της γνώσης, χτισμένη μέσα σε ένα τοίχο χρήσιμων και άχρηστων πληροφοριών και απ' τα χείλη της Όλιας Λαζαρίδου αρθρώνει έναν λόγο καθαρό σαν ανέφελο ουρανό, σαν αιώνια λιακάδα, μα και βαθιά ριζωμένο σε ότι μας κρατά όρθιους - έναν λόγο γεμάτο ζωντάνια και εσωτερική ένταση που δεν διστάζει να χαμογελά ακόμα και κάτω από τον πιο καυτό ήλιο και να σιγοψιθυρίζει μπροστά στο σκοτάδι που παραφυλά και στην εκκωφαντική σιωπή που απειλεί να την τυλίξει, τον σκοπό που την ενώνει με τις πιο ευτυχισμένες της μέρες...
"Αν και δεν προφέρω όσα δεν μπορώ θα τα καταφέρω να ξαναχαρώ, άμα ξέρω πως εσύ μ' αγαπάς" τραγουδά η Γουίννυ σχεδόν πνιγμένη μέσα σε ένα σωρό από βιβλία, με τα πόδια καρφωμένα καλά στην γη, που απειλεί να την κλείσει μέσα στην αγκαλιά της και με το βλέμμα καρφωμένο στον απέραντο ουρανό, στις μέρες που πέρασαν μα και στις μέρες που έρχονται και θα ρθούν. Σαν άλλη Μπλανς Ντεμπουά ή Μαίρη Πόπινς που ετοιμάζεται να πετάξει πάνω από τα σύννεφα της καθημερινότητας, η ηρωίδα  του Μπέκετ υψώνεται σαν σύμβολο υπέρμετρης αισιοδοξίας και αιώνιας λιακάδας. 
Στην πρώτη πράξη την συναντούμε να κοιμάται με τα χέρια της ακουμπισμένα πάνω στο σωρό των βιβλίων που τυλίγουν ασφυκτικά το κορμί της. Καθώς ξυπνά, μοιάζει με φιγούρα αέρινη, σαν από χαρτί, που ξεθάρρεψε θα λεγε κανείς από τις σελίδες κάποιου βιβλίου, με την χαρά μικρού παιδιού που  αντικρίζει πρώτη φορά τον ήλιο και την ζωή και μας τραβά επίμονα από το χέρι να μας μυήσει στο γεμάτο μικρά αντικείμενα σύμπαν της.  Ένα κραγιόν, ένας καθρέφτης, μια οδοντόβουρτσα, μια ομπρέλα, ένα όπλο. "Παρηγορητικές διευκολύνσεις" αλλά και γέφυρες με το παρελθόν βυθισμένες μέσα στην τσάντα της, που δεν αποχωρίζεται ποτέ. Τα κοιτά με  περιέργεια  και τα μελετά διεξοδικά. Η ενασχόληση μαζί τους μια ατέρμονη, επαναλαμβανόμενη ιεροτελεστία ανάμεσα σε δυο κουδούνια, ένα που ξυπνά και ένα που πέφτει να κοιμηθεί. Έναρξη και λήξη. Ζωή και Θάνατος. Το περιθώριο για να χωρέσει τις αναμνήσεις της στενό, μα της φτάνει και είναι ευγνώμων για αυτό, όπως και για κάθε μέρα, που δικαίως την κάνει να αναφωνεί πως θα είναι μια σπουδαία μέρα, μια υπέροχη μέρα μια καινούρια ευτυχισμένη μέρα.

Στο άλλο άκρο της μοναξιάς της και στον απόηχο της θέλησης της για ζωή, ο Γουίλλυ. Η παρουσία του Γουίλλυ μια ατέρμονη απουσία. Η ανάγκη της ίδιας να τον κουβαλά μαζί της και μέσα της, όπως μια τσάντα με αναμνήσεις, υπογραμμίζει την σημασία της επικοινωνίας για τον άνθρωπο και τονίζει με τον πιο κωμικο-τραγικό τρόπο το μέγεθος της απέραντης μοναξιάς της. 
Τηρώντας τις οδηγίες του Μπέκετ, όχι κατά γράμμα, μα στην ουσία τους, η Σύλβια Λιούλιου καταφέρνει φτιάχνει μια Γουίννυ φωτεινή, ανάλαφρη σχεδόν σαν πουλί, δίνοντας μια νότα κατάφασης, κι αισιοδοξίας μέσα στην γκρίζα καθημερινότητας μας και δημιουργώντας απτές συνδέσεις με όσα όλοι μας βιώνουμε και αισθανόμαστε να συμβαίνουν γύρω μας. Η Όλια Λαζαρίδου στον πρωταγωνιστικό ρόλο της μεσήλικης ηρωίδας, καταθέτει μια γεμάτη νεανική πνοή και ζωντάνια αποτυπώνοντας την εύθραυστη και ανάλαφρη φύση της Γουίννυ με όχημα το βλέμμα και το λόγο αλλά και την δύναμη της ψυχής της.
H Γουίννυ του Μπέκετ μένει θαμμένη  στην κινούμενη άμμο του χρόνου και της μοναξιάς της, χωρίς ποτέ κανείς να μάθει πως βρέθηκε εκεί ή αν θα βγει. 
Ίσως γιατί αυτό που τελικά έχει σημασία δεν είναι ο προορισμός αλλά το ταξίδι, η προσπάθεια και η ελπίδα. Και ίσως μόνον μέσα από αυτά δικαιώνεται κάθε έννοια μιας νέας μέρας, μιας καινούριας αρχής ακόμα και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.



Δέσποινα Ραμαντάνη