Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΟΥΙΝΥ ΜΕ ΤΗΝ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΣΥΛΒΙΑ ΛΙΟΥΛΙΟΥ


Απόγευμα Παρασκευής, στο café του Bios. Με την Σύλβια Λιούλιου συζητάμε για τις "Ευτυχισμένες Μέρες" του Μπέκετ, που σκηνοθετεί με την Όλια Λαζαρίδου στον πρωταγωνιστικό ρόλο, και ανοίγουμε την βεντάλια των συμβολισμών ιχνηλατώντας τα ιδιαίτερα εκείνα στοιχεία που καθιστούν αυτή την εκδοχή της Μπεκετικής ηρωίδας τόσο ξεχωριστή και προσπαθώντας να αντλήσουμε κάτι από την αισιοδοξία της σαν ομπρέλα κόντρα στους θυελλώδεις ανέμους μιας όλο και πιο γκρίζας καθημερινότητας.

Η απόφαση σου να ανεβάσεις τις «Ευτυχισμένες Μέρες» συνδέθηκε με αυτή την περίοδο που διανύουμε;
«Δεν συσχέτισα το έργο με την περίοδο που διανύουμε. Πιστεύω ότι την περίοδο την περιέχει ο καθένας μέσα του. Οπότε μπορεί να την περιλαμβάνει σε οτιδήποτε κάνει. Αλλά αυτό δεν ισχύει μόνο στην τέχνη. Ισχύει και στην καθημερινότητα. Παρ’ όλα αυτά είχα μια πρόταση από την Όλια να δουλέψουμε μαζί. Η Όλια κι εγώ δεν έχουμε μια τυπική, θεατρικής προέλευσης σχέση, αλλά μοιραζόμαστε μια καρδιακή συγγένεια και επειδή μου αρέσει πολύ  να σχεδιάζω βάσει ενός ηθοποιού που έχω στο νου μου άρχισα να αναζητώ το ιδανικό υλικό που θα αναδείκνυε τις χάρες της κι αμέσως σκέφτηκα τις «Ευτυχισμένες Μέρες».
Βλέποντας την παράσταση ένιωσα ότι η Όλια είναι ένα πρόσωπο που σχεδόν ταυτίζεται με την Γουίνυ και αυτό που εκπροσωπεί. Που πιστεύεις ότι οφείλεται αυτό;
«Η τάση της Όλιας είναι πάντα προς το φως. Είναι σαν μια γυναίκα ηλιοτρόπιο, θα στρέφει πάντα προς τον ήλιο. Αυτή η ποιότητα είναι τόσο ισχυρή και την έχουμε τόσο πολύ ανάγκη, που μας ξεδιψάει στα σκοτάδια που έχουμε μέσα μας. Τώρα, θα ρωτούσε κάποιος που είναι ειδικός στον Μπέκετ, είναι αυτό το αιτούμενο του συγγραφέα; Νομίζω πως το αιτούμενο κάθε συγγραφέα έγκειται στον εντοπισμό της ψυχικής γειτνίασης ανάμεσα στο κείμενο και στον άνθρωπο που έχει να το πει. Το κοινό έρχεται έπειτα να εισπράξει αυτή την συνάντηση. Προσπαθήσαμε να φέρουμε κοντά δυο κόσμους. Πρόθεση μας ήταν να υπηρετήσουμε το κείμενο με την μεγαλύτερη δυνατή συνέπεια και πάνω σε αυτόν τον άξονα κινήθηκε η δραματουργία για την οποία δουλέψαμε μαζί με τον Νίκο Φλέσσα. Έτσι αντί να δημιουργηθεί ένα αποτέλεσμα που θα κρατούσε τον θεατή σε απόσταση, δημιουργήθηκε αυτή η αίσθηση μιας οικειότητας.
Αυτή η φιλική αίσθηση που δημιουργείται τελικά στον θεατή οφείλεται και σε κάποιες παρεμβάσεις στο κείμενο;
Έχουν γίνει κάποιες μικρές περικοπές. Με λεπτότητα και ακρίβεια, γιατί είναι πάρα πολύ δύσκολο να αφαιρέσεις κάτι χωρίς να το βρεις μπροστά σου ως πρόβλημα. Επίσης έχει γίνει μια σημαντική μετατόπιση σε σχέση με το πρόσωπο του Γουίλυ. Αφαιρέσαμε πολλά από τα αδρά στοιχεία, κάναμε μια μικρή εσωτερική αναφορά στον ίδιο τον Μπέκετ και σε αυτό που σημαίνει ο συγγραφέας, και έτσι δεν νιώθει κανείς τον Γουίλυ ως ένα πρόσωπο κατασκευασμένο, από το οποίο βρίσκεται σε απόσταση. Με αυτό τον τρόπο έπαψαν να λειτουργούν οι αποξενωτικοί μηχανισμοί.


Στον λόφο έχει γίνει κάποια αλλαγή σε σχέση με την πρώτη εκδοχή της παράστασης;
«Ο λόφος στην δεύτερη εκδοχή του είναι μια πιο δομημένη κατασκευή. Σχηματίζει δηλαδή έναν συγκεκριμένο δομικό όγκο ενώ στην προηγούμενη εκδοχή του ήταν πιο άναρχος. Ένα δεύτερο στοιχείο που έχει λειτουργήσει επίσης πολύ καλά αυτή την φορά είναι ότι έχει αυξηθεί το ύψος στο οποίο βρίσκεται η Όλια ως Γουίνυ. Έτσι με έναν τρόπο νιώθω ότι είναι ακόμη πιο αποτελεσματική η εικόνα στην απόδοση του εγκλωβισμού. Επίσης αυτή η σκηνογραφική εκδοχή του Άγγελου ευνοεί την εξαφάνιση του πραγματικού χώρου, δίνει πολύ την αίσθηση του «πουθενά». Ο ίδιος ο χώρος του Bios εντάσσεται στην εικόνα και την ίδια στιγμή χάνεται.»
Γιατί επιλέχθηκε σκηνογραφικά ο εγκλωβισμός της Γουίνυ σε έναν λόφο από βιβλία;
Είναι μοιραίο όταν κάνεις μια επιλογή υλικού να ανοίξεις την φαντασίωση των συμβολισμών. Όταν όμως ήρθε ο Άγγελος Μέντης με αυτή την πρόταση, η απόκρισή μου προέκυψε από ένα βαθύ αίσθημα ότι ο σκηνογράφος προτείνει κάτι που βρίσκεται στον πυρήνα μιας αλήθειας. Την ίδια στιγμή έθετε σε λειτουργία την αρχή της συσσώρευσης των αντικειμένων σε στρώματα ενώ αναζητούσε την υλικότητα του βιβλίου και της προέλευσής του, που αν το σκεφτούμε, έχει απόλυτη σχέση με το χώμα. Έτσι όταν ξεκινήσαμε τις πρόβες ήρθε στην επιφάνεια τόση συγκίνηση και καμιά φορά και τόση λύπη. Καθένας μπορεί να κάνει την αναφορά του σε προσωπικά του πένθη, σε μια εποχή που βρίσκεται σε καμπή.


Είναι αλήθεια ότι διανύουμε μια δύσκολη εποχή και όλα όσα συμβαίνουμε μας κάνουν να συνειδητοποιούμε καθημερινά πόσο φθαρτοί είμαστε, πόσο μικρή και γι αυτό πολύτιμη είναι η ζωή. Μάλιστα ένα στοιχείο στο  έργο που υπογραμμίζει την έννοια του τέλους είναι το κουδούνι της Γουίνυ. Εσένα πως σε αγγίζουν όλα αυτά και σε ποιο βαθμό διοχετεύονται και στην παράσταση;
Είναι μια εποχή πάρα πολύ βαριά. Το πώς την ζει ο καθένας είναι ο τρόπος του να αντιστέκεται σε αυτή την βαρύτητα είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι. Πιστεύω ότι σιγά σιγά είναι όλο και λιγότεροι οι άνθρωποι που παραμένουν ανέγγιχτοι από αυτό που συμβαίνει γύρω μας. Όμως αυτό είναι μια περιγραφή της εξωτερικής πραγματικότητας. Η εσωτερική πραγματικότητα όλων μας διέπεται πάντοτε κι από την αίσθηση του εφήμερου. Αυτή είναι η πραγματικότητα που μας ορίζει ως θνητούς και σε αυτή απαντάει και η Γουίνυ με το τραγούδι της. Σίγουρα η παράσταση αυτή στον βαθμό που περιέχει κάτι από τον δικό μου κόσμο, φέρει και την μελαγχολία, και την ανησυχία για το αύριο αλλά και την παρηγορητική  συνθήκη των λέξεων.
Και μετά την Γουίνυ τι; Για να παραφράσω λίγο τα λόγια της ηρωίδας του Μπέκετ.
Δουλεύουμε ήδη με το Δημήτρη Καμαρωτό, την Αμαλία Μουτούση και τον Νίκο Φλέσσα για τον Ιππόλυτο που θα παρουσιαστεί τον Ιούνιο στον Παρνασσό, μια παράσταση της Στέγης. Και αργότερα το καλοκαίρι, πάλι με το Νίκο θα παρουσιάσουμε μια εργασία μέσα στο πλαίσιο του εορτασμού της επετείου του Φεστιβάλ Φιλίππων σε αυτό το θεατρικό camp που διοργανώνει ο Θοδωρής Γκόνης και η κοινότητα των ανθρώπων εκεί.
Γιατί να νοσταλγούμε; Αφού στο τέλος κι αυτή θα’ ναι «άλλη μια ευτυχισμένη μέρα.», η Γουίνυ έτσι λέει.

Συνέντευξη στην Δέσποινα Ραμαντάνη

Συντελεστές:
Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης
Σκηνοθεσία: Σύλβια Λιούλιου
Δραματουργία: Νίκος Φλέσσας – Σύλβια Λιούλιου
Σκηνικά - Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Επιμέλεια Κίνησης: Αγγελική Στελλάτου
Ηχητική Σύνθεση: Γιώργος Πούλιος
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Παίζουν: Όλια Λαζαρίδου, Άγγελος Σκασίλας

Φωτογραφίες: Νύσος Βασιλόπουλος
Πληροφορίες παράστασης:
Bios main
Διάρκεια παραστάσεων: Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου έως Κυριακή 9 Απριλίου
Παραστάσεις: Παρασκευή-Κυριακή
Ώρα έναρξης: 21.00
Τιμή εισιτηρίου: 12 & 10 ευρώ (φοιτητικό)