Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

"ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΝΕΚΡΟΙ" ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΟΤΙ ΔΕΝ ΖΗΣΑΜΕ ΠΟΤΕ...


Μέσα σε μια εκκωφαντική σιωπή μας υποδέχτηκαν οι ήρωες του έργου "Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί", του Ίψεν στην επίσημη πρεμιέρα της παράστασης που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 11 Μαρτίου στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Μια σιωπή, όπως εκείνη που μοναδικά ξέρει να χειρίζεται ο Δημήτρης Καρατζάς (σκηνοθεσία) και συγκινητικό να βλέπεις να υλοποιείται υποκριτικά και κινησιολογικά επί σκηνής μέσα από τις έξοχες ερμηνείες της Ρένη Πιττακή, του Περικλή Μουστάκη ("Ο Κυκλισμός του Τετραγώνου"), της Μαρίας Κεχαγιόγλου (εξαιρετική Μάγια εδώ), της Αλεξίας Καλτσίκη (στο ρόλο της μαυροφορεμένης νεοκώρου), του αεικίνητου-κυνηγού /βάναυσου γαιοκτήμονα και περσινού νικητή του Βραβείου Δημήτρης Χόρν, Μιχάλη Σαράντη και του Μενέλαου Χαζαράκη. Πέντε χρόνια μετά το ανέβασμα του Μικρού Έγιολφ στο θέατρο Πόρτα ο Δημήτρης Καρατζάς επανέρχεται με έργο του μεγάλου Νορβηγού δραματουργού (αποδεικνύοντας ότι τελικά ο Ίψεν του ταιριάζει πολύ) και τετραγωνίζοντας το Ιψενικό τρίγωνο, στήνει τους ήρωες σε ένα μαρμαρένιο αλώνι, εκεί όπου η ζωή και ο θάνατος, η ψυχή και  ο έρωτας, οι κοινωνικές συμβάσεις και η καλλιτεχνική δημιουργία, συγκρούονται σε μια μάχη μέχρι τελικής αναστάσεως...
Ένας άνθρωπος που ξέρει να χειρίζεται το λόγο, την κίνηση και την σιωπή με χαρακτηριστική μαεστρία, και αναφέρομαι στον Δημήτρη Καρατζά, σε ένα έργο για τα αδιέξοδα της τέχνης και τις σιωπές του έρωτα εκείνες που παγώνουν στον χρόνο, και θάβονται βαθιά στην ψυχή, όμως δεν λησμονούνται κι ας περιφέρονται σαν φαντάσματα, σε χρόνο νεκρό, σταματημένο στο έρεβος προσδοκώντας να λουστούν κάποτε με το φως της αιώνιας ζωής. 
Προσδοκώντας ανάσταση νεκρών λοιπόν, ή ζωντανών νεκρών βρεθήκαμε κι εμείς στην επίσημη πρεμιέρα του κύκνειου άσματος του Ερρίκου Ίψεν, έργου της ωριμότητας του όπως έχει χαρακτηριστεί,  μέσα από το οποίο πολλοί έχουν αναγνωρίσει την σχέση του γλύπτη Ογκύστ Ροντέν με την Καμιλ Κλοντέιγ, με τίτλο "Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί" με θέμα τον αδιέξοδο έρωτα του ιδεοληπτικού, διακεκριμένου γλύπτη Άρνολντ Ρούμπεκ με την μούσα του Ιρέν. Ανάμεσα τους ένα "παιδί", ένα πνευματικό παιδί, καλλιτεχνικός καρπός της δημιουργικής τους ένωσης και του πλατωνικού τους έρωτα που ολοκληρώθηκε εν μέρει μόνο μέσα από την Τέχνη, και ως εκ τούτου έμελλε να μείνει ανολοκλήρωτο από κάθε άλλη άποψη. Το όνομα του "Η Ημέρα της Αναστάσεως" συνιστά ίσως προάγγελο της αρχής ενός ακραίου τέλους, του μοναδικού που ίσως θα μπορούσε να έχει η σχέση αυτή. Σαν μάρτυρας βουβός της άφθαρτης αγάπης τους στέκεται στους αιώνες για να αφηγείται την ιστορία τους. 
Εκείνη του χάρισε την ψυχή της, ποζάροντας για χρόνια μπροστά του, και έγινε μητέρα του πνευματικού τους παιδιού, του μόνου παιδιού που ίσως να ήθελε να είχε και να μην είχε, όταν ο έρωτας της προσέκρουσε στις κοινωνικές επιταγές και έγινε κομμάτια. Τότε εκείνη που τον ακολούθησε και τον υπηρέτησε για χρόνια, εξαφανίστηκε, χωρίς λέξη, απομυζώντας κάθε δημιουργική πνοή και καταδικάζοντας την τέχνη του σε στασιμότητα και τον ίδιο στην αφάνεια να διασκεδάζει την μοναξιά του μέσα από την συμβατική του σχέση με την Μάγια, που από τα δυσθεώρητα ύψη της ευτυχίας που νόμιζε ότι τα άγγιζε, άρχιζε να πέφτει αργά και βασανιστικά κάπου εκεί στα υψίπεδα της ανίας και της πλήξης, στήνοντας και ξεστήνοντας τις ελπίδες της κι εκείνη, όπως και ο Άρνολντ, όλο λίγο πιο πέρα, στο πουθενά.. Όταν ο βάναυσος/έρωτας/θεός θα εισβάλει στην ζωή τους, οι μνήμες τα αναστηθούν. Τι κι αν η ζωντάνια της Ιρέν έχει πάρει  κάτι από το Έρεβος της λήθης όπου για χρόνια κείτονταν, ζωντανή νεκρή, παγωμένη, ημίτρελη φιγούρα, που έχει ξεχάσει να νιώθει, να αγαπά, να ελπίζει, να πιστεύει στην αγάπη, στον έρωτα, στην ζωή σε εκείνον, που την ξαναβρήκε να πλανάται, στις παρυφές της ψυχής του αλλά και στα σκοτεινά μονοπάτια, γύρω από κάποιο τουριστικό θέρετρο στα νορβηγικά φιόρδ, όπου βρίσκεται για διακοπές με την νεαρή σύζυγό του, για να χαθούν αυτή τη φορά, για άλλη μια φορά, οριστικά,  μαζί, για  πάντα..
Κινούμενος μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, φθοράς και αφθαρσίας, μεταφυσικότητας και ρεαλισμού, ο σκηνοθέτης δίνει αυτή την φορά περισσότερο χώρο στον λυρισμό που αποπνέει ο λόγος του συγγραφέα, αφήνοντας τον να ξαποστάσει ευεργετικά όταν χρειάζεται στην σιωπή, που άλλοτε γίνεται εκκωφαντική και άλλοτε αντηχεί σαν χορδή μιας αγάπης που έσπασε, και τον οποίο ολοκληρώνει  η κινησιολογική επιμέλεια της Ζωής Χατζηαντωνίου, σε ένα κατά τα άλλα εγκεφαλικό και ανοιχτό ταυτόχρονα στους ποικίλους συμβολισμούς του έργου, ανέβασμα, στο ύφος του σκηνοθέτη δοσμένο με αρκετή δόση χιούμορ. Πεδίο σκηνικής δράσης ένα τετράγωνο μαρμαρένιο αλώνι, εκεί όπου τα πέντε πρόσωπα του έργου ξυπνούν από τον λήθαργο της ζωής που δεν έζησαν για να καταλάβουν πόσο νεκροί είναι ή μάλλον ότι δεν έζησαν ποτέ...